Λίστα αντικειμένων
Η «σφαίρα», το ισραηλινό δικόγραφο και το «αφεντικό»
Η Δικαιοσύνη ακούει τον νόμο ή το Μαξίμου; Εύγε στον Αντώνη Σαμαρά
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν έκλεισε. Δεν ξεχάστηκε. Δεν μπήκε οριστικά στο αρχείο, όσο κι αν κάποιοι εργάστηκαν συστηματικά για να συμβεί αυτό.
Αντιθέτως, επιστρέφει σήμερα στο προσκήνιο με νέα στοιχεία, νέες δημόσιες τοποθετήσεις και νέα δικαστικά δεδομένα, τα οποία υποχρεώνουν πλέον τη Δικαιοσύνη να απαντήσει στο πιο κρίσιμο ερώτημα:
Θα ερευνήσει μέχρι τέλους ποιος αγόρασε, ποιος εγκατέστησε, ποιος χειρίστηκε και ποιος έδωσε τις εντολές για τη χρήση του Predator ή θα αρκεστεί και πάλι σε μια βολική εκδοχή περί «ιδιωτών»;
Η νέα εξέλιξη προέρχεται από το Ισραήλ.
Σε αγωγή που έχει καταθέσει ενώπιον ισραηλινού δικαστηρίου κατά θύματος των παρακολουθήσεων, ο ιδρυτής της Intellexa Ταλ Ντίλιαν φέρεται, σύμφωνα με τον δικηγόρο των θυμάτων Ζαχαρία Κεσσέ, να μην αρνείται ότι το Predator πωλήθηκε σε ελληνικές κρατικές αρχές. Υποστηρίζει ότι η πώληση ήταν νόμιμη και αρνείται ότι συμμετείχε ο ίδιος στην παράνομη χρήση του λογισμικού. (tovima.com)
Ας είμαστε ακριβείς: το περιεχόμενο αυτό δεν αποτελεί ακόμη δικαστικά διαπιστωμένο γεγονός από το ισραηλινό δικαστήριο. Αποτελεί όμως έναν εξαιρετικά σοβαρό ισχυρισμό, καταγεγραμμένο –κατά τις δημοσιοποιημένες πληροφορίες– σε επίσημο δικαστικό δικόγραφο.
Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Διότι, επί χρόνια, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το Predator ως δραστηριότητα κάποιων ιδιωτών, αποκομμένη από το ελληνικό κράτος και το Μέγαρο Μαξίμου. Τώρα, όμως, ο ίδιος ο άνθρωπος που βρίσκεται στον πυρήνα της εμπορίας του λογισμικού φέρεται να υποστηρίζει ότι το πούλησε σε ελληνικές κρατικές αρχές.
Σε ποιες ακριβώς αρχές;
Με ποια σύμβαση;
Με ποιο τίμημα;
Με ποια πολιτική, υπηρεσιακή ή διοικητική έγκριση;
Πού εγκαταστάθηκε το σύστημα;
Ποιοι εκπαιδεύτηκαν στη λειτουργία του;
Ποιοι είχαν πρόσβαση στους στόχους και στα δεδομένα που συγκεντρώνονταν;
Ποιος αποφάσιζε ποιο τηλέφωνο θα παγιδευόταν;
Αυτά δεν είναι κομματικά ερωτήματα. Είναι ερωτήματα εθνικής ασφάλειας, συνταγματικής νομιμότητας και δημοκρατικής λειτουργίας.
Ο κ. Ζαχαρίας Κεσσές προσήλθε σήμερα, 14 Ιουλίου 2026, στον Άρειο Πάγο και ζήτησε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Ευάγγελο Μπακέλα, να αξιοποιήσει το νέο στοιχείο, να εξετάσει τον Ταλ Ντίλιαν και να ζητήσει, μέσω διεθνούς δικαστικής συνδρομής, τα σχετικά έγγραφα από το Ισραήλ. (daily.nb.org)
Η Δικαιοσύνη, επομένως, δεν μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι δεν άκουσε.
Δεν μπορεί να πει ότι δεν γνώριζε.
Δεν μπορεί να περιμένει παθητικά την ολοκλήρωση μιας ξένης δικαστικής διαδικασίας, όταν το ίδιο το αντικείμενο της υπόθεσης αφορά ενδεχόμενη προσβολή της ελληνικής έννομης τάξης, των θεσμών και της εθνικής ασφάλειας.
Η «σφαίρα» του αντ’ αυτού
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται λίγες μόλις ημέρες μετά την πολύωρη συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη στον Θανάση Λάλα.
Η συνέντευξη αυτή δεν προκάλεσε αντιδράσεις μόνο για το ύφος της. Προκάλεσε αντιδράσεις κυρίως για όσα ο πρώην γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού επέλεξε να πει – και για όσα δήλωσε ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλύψει.
Ο Γρηγόρης Δημητριάδης περιέγραψε τον εαυτό του ως το «δεξί χέρι» ή τον «αντ’ αυτού» του Πρωθυπουργού και δήλωσε ότι, όταν ήρθαν τα δύσκολα, έπρεπε να «φάει τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό».
Για το σκάνδαλο των υποκλοπών πρόσθεσε ότι ανέλαβε την πολιτική ευθύνη επειδή «κάποιος έπρεπε» να την αναλάβει, ώστε να προχωρήσει η κυβέρνηση. Και κατέληξε λέγοντας ότι δεν πρόκειται να πει τίποτε περισσότερο, επειδή θεωρεί καθήκον του να προστατεύσει το κράτος, τις μυστικές υπηρεσίες, την κυβέρνηση και την παράταξή του. (tvxs.gr)
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μην προσφέρουμε σε κανέναν εύκολες υπεκφυγές:
Οι φράσεις αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους ποινική ομολογία συμμετοχής στις παράνομες παρακολουθήσεις.
Αποτελούν, όμως, μια πολιτικά εκρηκτική δημόσια παραδοχή.
Όταν ένας άνθρωπος που βρισκόταν στην καρδιά του Μεγάρου Μαξίμου δηλώνει ότι «έφαγε τη σφαίρα» για να σωθεί το «αφεντικό», το ερώτημα είναι αυτονόητο:
Από ποια ακριβώς ευθύνη έπρεπε να προστατευτεί το αφεντικό;
Εάν ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν είχε καμία γνώση, καμία αρμοδιότητα και καμία ουσιαστική σχέση με την υπόθεση, γιατί έπρεπε να αναλάβει την πολιτική ευθύνη;
Εάν όλα ήταν έργο ανεξέλεγκτων ιδιωτών, γιατί έπρεπε να θυσιαστεί ένας κορυφαίος συνεργάτης του Πρωθυπουργού για να συνεχίσει η κυβέρνηση;
Και όταν δηλώνει ότι γνωρίζει πράγματα για τα οποία δεν πρόκειται να μιλήσει, ποιος αποφασίζει τι αποτελεί θεμιτό κρατικό απόρρητο και τι συγκαλυπτόμενη παρανομία;
Το καθήκον πίστης ενός κρατικού λειτουργού δεν είναι πίστη προς ένα πρόσωπο, μία οικογένεια ή μία κυβέρνηση.
Είναι πίστη στο Σύνταγμα και στους νόμους.
Ο «κώδικας σιωπής» δεν μπορεί να υπερισχύει του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ούτε η αφοσίωση στο «αφεντικό» μπορεί να αντικαταστήσει την υποχρέωση κατάθεσης της αλήθειας ενώπιον των αρμόδιων θεσμών.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αργκό που χρησιμοποιήθηκε. Δεν είναι απλώς ότι οι λέξεις «σφαίρα» και «αφεντικό» παραπέμπουν σε σκοτεινούς μηχανισμούς και όχι σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι το θεσμικό περιεχόμενο αυτών των λέξεων.
Ο κ. Δημητριάδης παρουσιάζει μια αντίληψη κατά την οποία ο στενός συνεργάτης θυσιάζεται για να παραμείνει στην εξουσία ο επικεφαλής και στη συνέχεια σιωπά, επικαλούμενος την προστασία του κράτους και της παράταξης.
Όμως το κράτος δεν ταυτίζεται με την κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση δεν ταυτίζεται με τον Πρωθυπουργό.
Και ο Πρωθυπουργός δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Η πρωτοβουλία Σαμαρά
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό θεσμικό περιβάλλον, η πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Στις 6 Ιουλίου 2026, ο πρώην Πρωθυπουργός κατέθεσε αίτηση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της φερόμενης παγίδευσής του με το Predator. Στην αίτησή του επισημαίνει ότι είχε επανειλημμένως ζητήσει από την κυβέρνηση απαντήσεις, χωρίς να λάβει ουσιαστική ανταπόκριση. (Η Εφημερίδα των Συντακτών)
Εύγε στον Αντώνη Σαμαρά.
Όχι επειδή η προσφυγή ενός πρώην Πρωθυπουργού αρκεί από μόνη της για να αποκαλύψει την αλήθεια. Αλλά επειδή μετέφερε το ζήτημα από το επίπεδο των πολιτικών διαρροών στο πεδίο της θεσμικής και δικαστικής ευθύνης.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν ζήτησε χάρη.
Δεν ζήτησε κομματική προστασία.
Δεν αρκέστηκε σε μία πολιτική καταγγελία.
Ζήτησε επίσημη έρευνα.
Και η αίτησή του αποκτά σήμερα ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς δίπλα της προστίθεται το ισραηλινό δικόγραφο του Ντίλιαν, η νέα αίτηση του δικηγόρου των θυμάτων και οι δημόσιες δηλώσεις του ανθρώπου που υπήρξε το δεξί χέρι του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Υπενθυμίζεται ότι ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε πρωτοδίκως τον Φεβρουάριο του 2026 τον Ταλ Ντίλιαν και τρεις ακόμη κατηγορουμένους για παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών και παρέπεμψε τη δικογραφία για περαιτέρω έρευνα ενδεχόμενων σοβαρότερων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία. Οι καταδικαστικές αποφάσεις τελούν υπό έφεση και, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αμετάκλητες. (Reuters)
Η Δικαιοσύνη έχει πλέον μπροστά της ένα νέο σύνολο στοιχείων και ισχυρισμών.
Έχει την αίτηση Σαμαρά.
Έχει τις αιτήσεις των θυμάτων.
Έχει την πρωτόδικη απόφαση.
Έχει τη δυνατότητα να ζητήσει το ισραηλινό δικόγραφο.
Έχει τις δημόσιες δηλώσεις Ντίλιαν ότι η τεχνολογία πωλούνταν μόνο σε κυβερνήσεις.
Έχει τη δημόσια τοποθέτηση Δημητριάδη ότι ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για να παραμείνει «πάνω το αφεντικό» και ότι δεν πρόκειται να πει περισσότερα.
Τι άλλο χρειάζεται για να ξεκινήσει μία πραγματικά πλήρης και ανεξάρτητη έρευνα;
Η ώρα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Η ευθύνη βρίσκεται πλέον στα χέρια του νέου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Ευάγγελου Μπακέλα.
Δεν του ζητά κανείς να προκαταδικάσει την ενοχή οποιουδήποτε.
Δεν του ζητά κανείς να υιοθετήσει πολιτικές καταγγελίες ή δημοσιογραφικές εκτιμήσεις.
Του ζητείται να πράξει το αυτονόητο: να εξετάσει όλα τα νέα στοιχεία, να καλέσει όλους τους κρίσιμους μάρτυρες, να ζητήσει τα έγγραφα από το Ισραήλ και να ερευνήσει την αλυσίδα αγοράς, εγκατάστασης, λειτουργίας και αξιοποίησης του Predator.
Ποιος το αγόρασε;
Ποιος το παρέλαβε;
Ποιος το χειρίστηκε;
Ποιος επέλεξε τους στόχους;
Πού κατέληξαν τα δεδομένα;
Ποια ήταν η σχέση του παράνομου λογισμικού με τις νόμιμες επισυνδέσεις της ΕΥΠ;
Δεν είναι δυνατόν να έχουν στοχοποιηθεί πολιτικοί αρχηγοί, υπουργοί, ανώτατοι αξιωματικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και κρατικοί λειτουργοί και η ελληνική Πολιτεία να θεωρεί ότι μπορεί να κλείσει την υπόθεση με την επίκληση μερικών «ιδιωτών».
Δεν πρόκειται για μία απλή παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Πρόκειται για ενδεχόμενη λειτουργία παράλληλου μηχανισμού εξουσίας, ικανού να συγκεντρώνει τις πιο ευαίσθητες πληροφορίες για την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ζωή της χώρας.
Γι’ αυτό και η υπόθεση είναι, τηρουμένων των αναλογιών, βαρύτερη από ένα κοινό πολιτικό σκάνδαλο. Ακουμπά τον πυρήνα της Δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας.
Προσωπική και θεσμική δήλωση
Δεν συγχαίρω απλώς τον Αντώνη Σαμαρά και δεν δηλώνω μόνο την αμέριστη πολιτική και θεσμική συμπαράστασή μου.
Δηλώνω δημόσια την προθυμία μου να προταθώ ως μάρτυρας ουσίας και να θέσω στη διάθεση της Δικαιοσύνης όσα έχω ήδη καταθέσει υπό μορφή αναφοράς, καθώς και κάθε στοιχείο που μπορεί να συμβάλει στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Δεν ζητώ την καταδίκη κανενός χωρίς αποδείξεις.
Ζητώ να σταματήσει η επιλεκτική τύφλωση.
Ζητώ να εξεταστούν όλοι.
Να ανοιχθούν όλες οι πόρτες.
Να ζητηθούν όλα τα έγγραφα.
Να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα.
Η κυβέρνηση, αντί να απαντήσει δημόσια και καθαρά, ακολούθησε επί χρόνια μια πορεία άρνησης, θεσμικών εμποδίων και επικοινωνιακής υποβάθμισης. Σήμερα, όμως, η σιωπή της γίνεται ακόμη πιο βαριά.
Ο Πρωθυπουργός οφείλει να απαντήσει:
Είναι ή δεν είναι ο ίδιος το «αφεντικό» στο οποίο αναφερόταν ο κ. Δημητριάδης;
Ποια «σφαίρα» ανέλαβε να δεχτεί ο πρώην γενικός γραμματέας του;
Ποια ακριβώς αλήθεια γνωρίζει και αρνείται να αποκαλύψει;
Ποια ελληνική κρατική αρχή αγόρασε το Predator από τον Ταλ Ντίλιαν;
Και, τελικά, ποιος κυβερνούσε τον μηχανισμό των παρακολουθήσεων;
Η υπόθεση αυτή πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος.
Όχι μέχρι εκεί που βολεύει μία κυβέρνηση.
Όχι μέχρι εκεί που αντέχει ένα κομματικό σύστημα.
Αλλά μέχρι εκεί όπου αρχίζει η αλήθεια και απονέμεται η Δικαιοσύνη.
Γιατί το ερώτημα που τίθεται πλέον ενώπιον όλων μας είναι αμείλικτο:
Η ελληνική Δικαιοσύνη θα ακούσει τον νόμο ή θα εξακολουθήσει να ακούει το Μαξίμου;
| Αρχική Σελίδα | Login | Sitemap | Επικοινωνία |

